Αγία Ειρήνη Γαλατσίου

4η Συνάντηση με τους Γονείς

 

 

 

Η 4η συνάντηση θα πραγματοποιηθεί την Κυρικαή 19 Ιανουαρίου στις 6:15μ.μ. στην υπόγεια αίθουσα του Ι. Ναού, όπου θα συζητήσαμε το θέμα: "Η Παιδαγωγική του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου", βασισμένοι έπανω σε μελέτη του καθηγητού παιδοψυχολογίας κ. Γεωργίου Κρουσταλάκη. Σας περιμένουμε με πολύ χαρά!

 

εκ του Ι.Ν., ο ιερέας Νεότητος

 

----------------------------------------------------------------------

 

Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε σήμερα Κυριακή με πολύ επιτυχία. Σύζητήσαμε πάνω στο πρώτο μέρος του κειμένου του καθηγητή κ. Γ. Κρουσταλάκη όπου παραθέτει τα βασικά σημεία της παιδιαγωγικής του Αγίου Ιωάννου προς τα παιδιά και τους νέους. Ακολούθησαν επικοδομητικές τοποθετήσεις και ερωτήσεις. Σε επόμενη συνάντηση θα ολοκληρώσουμε το θέμα ασχολούμενοι με το δεύτερο μέρος που έχει να κάνει με τους δασκάλους και τα μέσα αγωγής. Παρακάτω παραθέτουμε το πρώτο μέρος του πολυ ενδιαφέροντος κειμένου.

 

 

Η ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

ΓΕΩΡΓΙΟΥ Σ. ΚΡΟΥΣΤΑΛΑΚΗ

Εἰσαγωγικά

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, «ὁ μέγας διδάσκαλος τῆς οἰκουμένης», προβάλλει στην ἱστορία τῆς Παιδαγωγικῆς ὡς ἐπιφανής παιδαγωγός καί ψυχολόγος τοῦ ἀνθρώπου(1). Ἀνήκει στή χορεία τῶν θεμελιωτῶν τῆς Χριστιανικῆς Παιδαγωγικῆς. Μέ τή διδασκαλία του γιά τήν ἀγωγή τοῦ ἀνθρώπου ὁροθέτησε ἕνα ὁλοκληρωμένο παιδαγωγικό σύστημα. Τοῦτο μποροῦσε, λόγῳ τῆς ἀνθρωπολογικῆς, ψυχοπαιδαγωγικῆς και πνευματικῆς του θεμελίωσης, νά ἀντιμετωπίζη ὄχι μόνο τά προβλήματα τῆς ἀγωγῆς τοῦ ἀνθρώπου τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἀλλά νά διαφωτίση καί ζητήματα διαπαιδαγώγησης τοῦ σημερινοῦ ἀνθρώπου. Ἡ παιδαγωγική τοῦ Χρυσοστόμου ἔχει χαρακτήρα διαχρονικό καί ἐπίκαιρο.

Κάθε παιδαγωγικό σύστημα εἶναι δημιούργημα τῆς ἐποχῆς, στήν ὁποία ἔζησε ὁ παιδαγωγός πού τό συγκρότησε καί ἀπό τήν ὁποία ἐνεπνεύσθη τήν παιδαγωγική θεωρία πού τό διέπει. Ἡ παιδαγωγική τοῦ Χρυσοστόμου στοιχεῖ στίς ἀνάγκες τοῦ ἀνθρώπου τῆς ἐποχῆς του καί ἀντανακλᾶ τήν ὅλη πνευματική καί πολιτισμική της ἀτμόσφαιρα. Ἡ περίοδος, στήν ὁποία ἔζησε (344/354 – 407), 4ος μ.Χ. αἰώνας, χαρακτηρίζεται ἀπό τούς ἱστορικούς ὡς ἐποχή μεγάλων κοινωνικῶν, πολιτικῶν καί πνευματικῶν ζυμώσεων, ὡς περίοδος κοσμογονικῶν ἐξελίξεων στό ἀχανές κράτος τῆς Ρώμης καί ἰδιαίτερα στήν περιοχή τῆς Μεσογείου. Ἡ μετακίνηση καί ἡ πολεμική σύγκρουση διαφόρων λαῶν, ἡ ἔντονη πνευματική ἀνησυχία, ἡ ἠθική κατάπτωση τοῦ Χριστιανικοῦ κόσμου καί ταυτόχρονα οἱ ἀναγεννητικές τάσεις στούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας καί ἡ ἀνάπτυξη τοῦ μοναχικοῦ ἰδεώδους ἀπηχοῦν ἐσώτερες κοινωνικές καί πολιτισμικές ἀλλαγές τῆς ἐποχῆς ἐκείνης.

Στή διδασκαλία του ὁ ἱερός Χρυσόστομος προβάλλει καί σκιαγραφεῖ ἔντονα τίς ἀρνητικές πλευρές τῆς τότε χριστιανικῆς κοινωνίας καί μελετᾶ τό ὑπόστρωμα μιᾶς ὁσημέραι αὐξανόμενης θρησκευτικῆς παθογένειας(2).

Ἐκείνη τήν κρίσιμη ἐποχή ἡ χριστιανική διδασκαλία εἶχε μεγάλη ἀπήχηση στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων καί ἰδιαιτέρως στά εὐρύτερα λαϊκά στρώματα. Θέματα σημαντικά καί ταυτόχρονα ἑλκυστικά, πού προέβαλλε ἡ χριστιανική παιδεία, ὅπως ἐκεῖνα γιά τήν μοναδική ἀξία τῆς ψυχῆς καί τῆς προσωπικότητας τοῦ ἀνθρώπου, γιά τίς ἀδελφικές σχέσεις μεταξύ τῶν ἀνθρώπων, γιά τίς ἰσότιμες σχέσεις τοῦ ἄνδρα καί τῆς γυναίκας ἔναντι τοῦ Θεοῦ, γιά τή δύναμη τῆς παιδαγωγικῆς λειτουργίας τῆς οἰκογένειας, γιά τή μεγάλη σημασία τῆς ἀγωγῆς τῶν παιδιῶν, ὅλα αὐτά τά ζητήματα, μέσω τῆς διδασκαλίας, ἀνεμόρφωσαν σταδιακά τήν κοινωνία τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ἡ δυναμική αὐτή τῆς κοινωνικῆς παιδείας διεπότισε ὅλους σχεδόν τούς τομεῖς τῆς δημόσιας καί τῆς ἰδιωτικῆς δραστηριότητας·  τή νομοθεσία, τή διοίκηση, τά ἤθη καί τά ἔθιμα, τήν ἐκπαίδευση τῶν νέων. 

Τή χρονική αὐτή περίοδο μεγάλα πνευματικά ἀναστήματα τῆς Ἐκκλησίας, ξεκινῶντας ἀπό τή διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί βάσει τῆς ἱερᾶς παραδόσεως, ἐμελέτησαν θεμελιώδη θέματα τῆς ἀγωγῆς τοῦ νέου ἀνθρώπου. Μέσα ἀπ’ αὐτές τίς πνευματικές ζυμώσεις διαμορφώθηκε μία γόνιμη πολιτισμική – παιδευτική ἀτμόσφαιρα πού λειτούργησε ὡς πνευματική μήτρα, ὅπου ἐκυοφορήθη ὁ πυρήνας τῆς «Χριστιανικῆς Παιδαγωγικῆς»(3).

Ὁ Χριστιανισμός, ὡς «παιδαγωγοῦσα θρησκεία»(4), στήν ἀρχή μέ τή διδασκαλία τοῦ πρώτου καί Μεγάλου Παιδαγωγοῦ, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί τίς παιδαγωγικές θέσεις τοῦ Ἀποστόλου Παύλου γιά τή διαπαιδαγώγηση τοῦ ἀνθρώπου(5), καί στή συνέχεια μέ τή διδασκαλία τῶν μεγάλων τῆς Ἐκκλησίας ἱερῶν διδασκάλων τῆς χρυσῆς ἐκείνης περιόδου, ὀργάνωσε ἕνα ὁλοκληρωμένο σύστημα Παιδαγωγικῆς.

Ὁ Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεύς (2ος αι.) με τον «Παιδαγωγό» (6), ὁ Μέγας Βασίλειος (+379), ὁ ἱερός Χρυσόστομος (+407), ὡς ἐκκλησιαστικός διδάσκαλος, συγγραφέας καί λαϊκός ἱεροκήρυκας(7), ὁ Ἱερώνυμος (+420), ὁ ἱερός Αὐγουστῖνος (+430), ἀσχολήθηκαν μέ πρωτεύοντα θέματα τῆς Παιδαγωγικῆς. Ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων (+386) μέ τίς «Κατηχήσεις»(8), ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης (+394), μέ τό ἀνθρωπο-λογικό του ἔργο, καί ὁ Ἀββᾶς Κασσιανός ὁ Ρωμαῖος, μέ τήν ἰδιαίτερης ψυχοπαιδαγωγικῆς σημασίας πραγματεία «Συνομιλίες μέ τούς Πατέρες τῆς ἐρήμου» (τέλη τοῦ 4ου αἰώνα)(9), ἔδωσαν νέα ὤθηση στή «Συμβουλευτική» τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ὅλοι οἱ προαναφερθέντες διδάσκαλοι μέ τή θεωρία καί τό πρακτικό τους ἔργο συνετέλεσαν στήν περαιτέρω ἀνάπτυξη τῆς «Χριστιανικῆς Παιδαγωγικῆς»(10). Διετύπωσαν θεωρίες, ἀλλά ταυτόχρονα ἀνέλυσαν καί στρατηγικές, περιέγραψαν τίς μεθόδους καί τά μέσα τῆς παιδευτικῆς παρέμβασης, σχεδίασαν πρότυπα διδασκαλίας καί συμβουλευτικῆς τοῦ ἀνθρώπου.

Ἐάν ἐρευνήσουμε τήν ἱστορική πορεία, ἀλλά καί τήν οὐσία τοῦ περιεχομένου τῆς χριστιανικῆς παιδαγωγικῆς, θά διαπιστώσουμε πώς αὐτή λειτούργησε διαχρονικά, μεταδόθηκε ἀπό γενιά σέ γενιά καί τά διδάγματά της ἐφαρμόστηκαν μέχρι σήμερα ἀνόθευτα καί ἀναλλοίωτα μέσα στήν πνευματική μας παράδοση. Σέ τοῦτο συνέβαλαν κυρίως οἱ ἐκπρόσωποι τῆς «Φιλοκαλικῆς Ἀναγέννησης» καί οἱ ἐπίγονοί τους. Τή Χριστιανική Παιδαγωγική ἐδίδαξαν μεγάλοι διδάσκαλοι, ὅπως ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ὁ Ἅγιος Νεκτάριος καί οἱ πνευματικοί πατέρες καί παιδαγωγοί τῶν ἡμερῶν μας, μεταξύ τῶν ὁποίων οἱ ὅσιοι Γέροντες Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης, Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης, Σωφρόνιος τοῦ ἔσσεξ, ὁ π. Ἰάκωβος καί ὁ διδάσκαλος τῆς νοερᾶς προσευχῆς π. Ἐφραίμ ὁ Κατουνακιώτης(11).

Στό ἔργο καί τή διδασκαλία τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου παρατηροῦμε μιά ἁρμονική σύνθεση τῆς «χριστιανικῆς φιλοσοφίας», ὅπως ὁ ἴδιος τήν χαρακτηρίζει, μέ τήν ἑλληνική παιδεία, ὅπου στή συνάντηση αὐτή καμία ἀπό τις δύο αὐτές ἔννοιες δέ νοθεύτηκε, ἀλλά διατήρησαν καί οἱ δύο τήν αὐθεντικότητά τους(12).

Στήν ἐφαρμοσμένη παιδαγωγική τοῦ Ἁγίου διακρίνουμε ἕνα ὑπόβαθρο δυναμικῆς πού τροφοδοτοῦν τά βιώματα καί αἱ εἰκόνες τῆς παιδικῆς καί νεανικῆς του ἡλικίας· εἶναι οἱ εἰκόνες τοῦ μητρικοῦ ἀρχέτυπου, τῆς ἁγίας Ἀνθούσας, καί τῶν σοφῶν διδασκάλων του, πού λειτουργοῦν ὡς πηγές παιδαγωγικῆς ἔμπνευσης(13).

Οἱ παιδαγωγικές καί ψυχολογικές ἀπόψεις τοῦ Ἰωάννου Χρυσοστόμου εἶναι ἐγκατεσπαρμένες σέ ὅλες σχεδόν τίς ὅμιλίες του. Ὑπάρχουν ὅμως καί ὁρισμένες ὁμιλίες, στίς ὁποῖες ἐμπεριέχεται ἐκτενέστερα ἡ περί διαπαιδαγωγήσεως τοῦ ἀνθρώπου διδασκαλία του:

Ὁμιλία εἰς τό «χήρα καταλεγέσθω …» Migne P.G. 51, 329.

Ὁμιλία «περί τῆς Ἄννης» Α΄ καί Γ΄      Migne P.G. 54, 674.

Ὁμιλία ΚΑ΄ «εἰςτήνπρόςἘφεσίους»      Migne P.G. 62, 149.

Ὁμιλία Θ΄ «εἰς Α΄ πρός Τιμόθεον»        Migne P.G. 62, 545.

Ὁμιλία ΚΖ΄ «περί παίδων ἀνατροφῆς» Migne P.G. 63, 763.

Λόγος Γ΄ «εἰς πιστόν πατέρα»                Migne P.G. 47, 356.

Ὁμιλία ΚΑ΄ «εἰς τό κατά Ματθαῖον»     Migne P.G. 58.

Ὁμιλία «Περί κενοδοξίας καί ὅπως δεῖ τούς γονέας ἀνατρέφειν τά τέκνα», ΕΠΕ, 30, 620–700. Ἡ γνησιότητα τῆς πραγματείας ἀμφισβη-τεῖται ἀπό ὁρισμένους μελετητές(14).

α. Θεωρία τῆς ἀγωγῆς

Τό ἀνθρωπολογικό ὑπόβαθρο, ὁ σκοπός τῆς ἀγωγῆς 

Οἱ διάφορες μορφές τοῦ ἀνθρωπισμοῦ ἀνά τούς αἰῶνες ἀπέτυχαν νά ὁδηγήσουν τόν ἄνθρωπο, μέσω ἀνθρωποκεντρικῶν σχημάτων παιδείας, στήν πνευματική καί ἠθική του ὁλοκλήρωση. Τά παιδευτικά αὐτά σχήματα χαρακτηρίζονται ἀπό μία μονομερῆ προσπάθεια νά ἐξυψώσουν τό ἀνθρώπινο πνεῦμα στήν κριτική καί ὀρθολογική του διάσταση μέ τή βοήθεια τῶν κλασσικῶν σπουδῶν.

Στόν Ἑλληνικό ἀνθρωπισμό παρατηροῦμε πώς σκοπός τῆς ἀγωγῆς τοῦ ἀνθρώπου καί γενικώτερα τῆς ἀνθρωπιστικῆς παιδείας ἦταν ὁ ἐξανθρωπισμός τοῦ ἀνθρώπου· ἡ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου – πολίτη, τοῦ «καλοῦ κἀγαθοῦ», μέ τήν ἀνάπτυξη τῶν σωματικῶν, ψυχικῶν καί πνευματικῶν λειτουργιῶν καί ἱκανοτήτων πού ἐνυπάρχουν σ’ αὐτόν(15).

Ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἐσπούδασε σέ Ἑλληνικές σχολές καί ἐμελέτησε τά κείμενα τῆς κλασσικῆς ἀνθρωπιστικῆς παιδείας. Ἔζησε καί ἀφομοίωσε τούς παιδευτικούς θησαυρούς τῆς ἀρχαιότητας, οἱ ὁποῖοι τοῦ προσέφεραν σημαντικό ὑλικό γιά τήν ὀργάνωση τοῦ παιδαγωγικοῦ του συστήματος.

Ὁ Χρυσόστομος ἀνεδείχθη μέγας ἀνθρωπολόγος καί παιδαγωγός. Ἀγάπησε ἰδιαιτέρως, ἐθαύμασε καί ἐσεβάσθη τόν ἄνθρωπο καί τίς τραγικές στιγμές τῆς ζωῆς του, ὅπου συγκρούονται ἡ χαρά μέ τή θλίψη καί τόν πόνο. Ἀτενίζει ὅμως τόν ἄνθρωπο, τό ὑποκείμενο τῆς ἀγωγῆς, μέ δέος. Προβληματίζεται καί διερωτᾶται· τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος; Θέλει νά προσεγγίσει μέ τήν ἔρευνά του τά ἄδυτα τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης καί τοῦ ἀνθρώπινου ψυχισμοῦ. Διακηρύσσει ὅτι: «οὐδέ αὐτῆς τῆς ἡμετέρας ψυχῆς τήν οὐσίαν ἴσμεν καλῶς»(16).

Προκειμένου νά διατυπώση τό σκοπό τῆς ἀγωγῆς τοῦ ἀνθρώπου, ἐπιχειρεῖ νά ὁροθετήση τίς διαστάσεις τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης: «Ἄνθρωπός ἐστι τό περισπούδαστον τοῦ Θεοῦ ζῶον· κἄν δοῦλος ᾖ, οὐκ ἔστι μοι εὐκαταφρόνητος … κἄν εἷς ᾖ, ἄνθρωπός ἐστι»(17). Σέ ἄλλες του ὁμιλίες ἐπίσης παρατηρεῖ: « Εἰκών γάρ τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος»(18)«Τῆς κτίσεως γάρ ἁπάσης τιμιώτερον ἄνθρωπος»(19)« … τό ἀρχέτυπον διατηρῶν καί τόν χαρακτῆρα τόν βασιλικόν οὐ λυμαινόμενος (= χωρίς νά κακοποιῆ)»(20).

Ὁ Χρυσόστομος, ὡς ἀνθρωπολόγος, ἀναλύει στά ἔργα του τό μεγαλεῖο ἀλλά καί τήν ἀθλιότητα, ὅπως ἐπίσης καί τήν τραγικότητα τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς. Διδάσκει ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι δυνατόν νά κατανοηθῆ ἀνεξάρτητα ἀπό τή θεία προέλευσή του (εἰκών γάρ τοῦ Θεοῦ) καί ἀπό τή δυναμική τοῦ ὑπερφυσικοῦ σκοποῦ, τόν ὁποῖο ἔχει κληθῆ νά πραγματώσει (τό ἀρχέτυπον διατηρῶν). Ἐρευνᾶ τόν ἄνθρωπο «συστηματικά», ὅπως ἄλλωστε ἐξετάζει αὐτόν καί ἡ Ἁγία Γραφή: ἐξετάζει τήν προσωπικότητά του ὡς σύνολο, ὡς σύστημα, σέ σχέση δηλαδή μέ τήν παιδεία, τήν τέχνη, τήν πολιτισμική παράδοση, τήν ἐθνική καί τήν κοικωνική ζωή.

Ἡ παιδαγωγική ἀνθρωπολογία τοῦ Χρυσοστόμου στρέφεται μέ ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον στήν ἔννοια καί τήν ἀξία τῆς ἀνθρώπινης προσωπικότητας, πού ἀποτελεῖ τό ὑποκείμενο τῆς ἀγωγῆς. Τήν παρατηρεῖ καί τήν ἐξετάζει ὡς μοναδική καί ἀνεπανάληπτη ὀντότητα καί ὄχι ὡς τυχαία παρουσία μέσα στήν αἰώνια πορεία τοῦ κόσμου. Βλέπουμε πώς δέν περιορίζει ἀσφυκτικά τόν ἄνθρωπο στά πλαίσια τοῦ φυσικοῦ κόσμου· τόν βλέπει ὡς «τέκνον Θεοῦ», προβάλλει τίς θεῖες καταβολές του («τόν χαρακτῆρα τόν βασιλικόν»), οἱ ὁποῖες τόν ὠθοῦν δυναμικά πρός τό ἀρχέτυπόν του, τόν Χριστό. Σύμφωνα με τη διδασκαλία τοῦ Χρυσοστόμου, ἄνθρωπος εἶναι «ὁ τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ διασώζων»)(21).

Μέσα σ’ αὐτό τό ἀνθρωπολογικό πλαίσιο ἰδιαίτερη θέση κατέχει ὁ νέος ἄνθρωπος, τό παιδί καί ὁ ἔφηβος: «Μεγάλην παρακαταθήκην ἔχομεν τά παιδία»(22). Σ’ ἐκείνη τήν εὔθραυστη ἡλικιακή περίοδο οἱ γονεῖς εἶναι οἱ κατ’ ἐξοχήν ὑπεύθυνοι γιά τήν ὑγιῆ καί ὁλοκληρωμένη ἀνάπτυξη τῆς παιδικῆς προσωπικότητας, ἡ ὁποία ἐπιτυγχάνεται μέ τήν διαδικασία τῆς ἀγωγῆς τοῦ παιδιοῦ. Αὐτή εἶναι μιά σκόπιμη, συστηματική καί ἔλλογη λειτουργία. Κατά τόν προγραμματισμό της, ἐπιλέγονται οἱ μέθοδοι καί τά μέσα πού θά χρησιμοποιηθοῦν, ὅπως ἐπίσης καί οἱ ἀρχές πού θά συγκροτήσουν τό θεωρητικό – φιλοσοφικό πλαίσιο, μέσα στό ὁποῖο θά  πραγματωθῆ τό ἔργο τῆς ἀγωγῆς. Ἑπομένως, κατά τόν Χρυσόστομο, ἡ ἀγωγή εἶναι σπουδαιοτάτη τέχνη: «Τῆς τέχνης ταύτης οὐκ ἔστιν ἄλλη μείζων. Τί γάρ ἴσον τοῦ ρυθμίσαι (= τῆς διαπαιδαγώγησης) ψυχήν και διαπλάσαι νέου διάνοιαν;»(23.

Ὁ ἱερός Χρυσόστομος στήν Γ΄ ὁμιλία «εἰς τήν Ἄνναν» προβάλλει δύο τύπους καί μορφές ἀγωγῆς μέ ἐκ διαμέτρου ἀντίθετη σκοποθεσία: α) Τήν κοσμική ἀγωγή καί ἀνατροφή τοῦ νέου ἀνθρώπου, πού ἔχει ὡς σκοπό νά παρωθῆ τό νέο στήν κατάκτηση τοῦ πλούτου, τῆς λάμψης, τῶν ἡδονῶν καί τῶν ἀπολαύσεων. Πρόκειται γιά μία παιδεία ἑδραιωμένη στήν ὑλική ἐγκόσμια ὑπόσταση τῆς ζωῆς, στήν αἰσθητηριακότητα τοῦ ἀνθρώπου, καί ὡς ἐκ τούτου εἶναι μία μορφοποιός πορεία πού ὁδηγεῖ στόν κόσμον τοῦ ἐφήμερου, δηλαδή σέ μία «πανήγυρη». «Ὅταν ὅμως τελειώση ἡ πανήγυρη καί σβήσουν τά φῶτα, οἱ ἄνθρωποι μένουν ἔρημοι ἀπό κάθε χαρά καί εὐχαρίστηση, σά νά εἶδαν ἕνα εὐχάριστο ὄνειρο».

β) Περιγράφει καί ἀναλύει μία ἄλλη μορφή ἀγωγῆς, τήν ὁποία ἐπικροτεῖ καί υἱοθετεῖ ὁ ἱερός Χρυσόστομος· τήν χριστιανικήν διαπαιδαγώγηση τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι ἡ ὁδός πού ὁδηγεῖ τό νέο, πού ἔχει «ψυχήν καθαράν καί σωφρονοῦσαν διάνοιαν», πέραν τῶν ἐφήμερων ἐντυπώσεων, στήν αἰωνιότητα. Σ’ αὐτή τήν πνευματική πορεία πού μᾶς ὁδηγεῖ στήν «ἄνω πολιτείαν» μποροῦν νά μετέχουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, πέρα ἀπό κάθε φυσικό ἐμπόδιο, καί οἱ ἄνδρες καί οἱ γυναῖκες καί οἱ νέοι καί οἱ γέροντες καί οἱ δοῦλοι καί οἱ ἐλεύθεροι (προσφορά ἴσων εὐκαιριῶν γιά παιδεία).

Θερμά παρακαλεῖ καί παρωθεῖ τούς γονεῖς ὁ Χρυσόστομος: «Δέν παύω νά σᾶς παροτρύνω καί νά σᾶς παρακαλῶ καί νά σᾶς ἐξορκίζω: πρό παντός ἄλλου ἀναθρέψατε μέ τόν κατάλληλο τρόπο τά παιδιά σας» (24).

Ὁ σκοπός τῆς χριστιανικῆς ἀγωγῆς, κατά τόν Χρυσόστομο, εἶναι: ἡ διαμόρφωση τοῦ παιδιοῦ σέ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, «τό καθ’ ὁμοίωσιν ἀποδιδοῦσα» (25). Ἔτσι, μέ τόν «καλλωπισμό τῆς βασιλικῆς εἰκόνας» πού εἶναι ὁ ἄνθρωπος, θά ἐμφυτευθοῦν στήν ψυχή του θεῖες ἰδιότητες, ἡ ἀγαθότης, τό ἀόργητον, τό ἀμνησίκακον, τό εὐεργετικόν καί φιλάνθρωπον.

Σέ ἄλλη περίπτωση συμβουλεύει τόν πατέρα: «θρέψον ἀθλητήν τῷ Χριστῷ καί ἐν κόσμῳ ὄντα δίδαξον εὐλαβῆ ἐκ πρώτης ἡλικίας»(26).

Ὁ σκοπός τῆς χριστιανικῆς ἀγωγῆς καί παιδείας ὑπερβαίνει τήν ἐγκόσμια προοπτική καί ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωπο σέ πορεία πνευματική, Θεανθρωποκεντρική καί Χριστοκεντρική. Ἡ χριστιανική δηλαδή ἀγωγή ὠθεῖ τό νέο ἄνθρωπο στον ἁγιασμό καί τήν πνευματική τελείωση, σύμφωνα μέ τήν «κατ’ εἰκόνα Θεοῦ» φύση του. Ἡ πνευματική αὐτή πορεία εἶναι ἕνας ἀγώνας τοῦ ἀνθρώπου πού διεξάγεται «διά βίου»· στήν ἀρχή ὡς «ἑτεροαγωγή», δηλαδή ὡς μία μορφή καθοδήγησης ἀπό τόν παιδαγωγό καί τούς γονεῖς καί στή συνέχεια ὁλοκληρώνεται ὡς «αὐτοαγωγή» καί «αὐτοπαίδευση», ὅπου παιδαγωγός και παιδαγωγούμενος ταυτίζονται.

Ἡ χριστιανική ἀγωγή ἀποσκοπεῖ στήν ὑποβοήθηση τοῦ ἀνθρώπου νά διαμορφώση σωστή φιλοσοφία ζωῆς καί νά ἐπιτύχη ὀρθό προσανατολισμό τῶν ἐπιγείων ἐπιδιώξεών του. Ἔτσι, βλέπουμε πολλές φορές στούς λόγους τοῦ Χρυσοστόμου ὁ ἐν Χριστῷ ἄνθρωπος νά ἀποκαλῆται καί «φιλόσοφος». Καί τοῦτο, γιατί μέσω τῶν ἱερῶν βιωμάτων καί τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα ἔχει φθάσει σέ ὑψηλό ἐπίπεδο αὐτοσυνειδησίας, δηλαδή ἔχει κατακτήσει τήν «φιλοσοφία τήν ἄνω», τήν πραγματική δηλαδή φιλοσοφία(27).

Ὁ ἐν Χριστῷ φιλοσοφῶν εἶναι ἱκανός νά ἱεραρχῆ ὑπό τό φῶς τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας τίς ἀξίες καί τά ἀγαθά τοῦ κόσμου, νά ἐπιλέγη καί νά ἀξιοποιῆ ἐν μέτρῳ τά ἀπαραίτητα γιά τή ζωή καί νά ἀπελευθερώνεται ἔτσι ἀπό κάθε κοσμική ἐξάρτηση. Εἶναι ὁ φιλόσοφος πού περιφρονεῖ τή δόξα καί τά χρήματα. Εἶναι ἀνώτερος φθόνου καί παντός πάθους. Κανένα τόπο δέν θεωρεῖ ὡς πατρίδα. Δέν ἔχει προσκόλληση σέ οἰκία. Αὐτός εἶναι ὁ φιλόσοφος, αὐτός καί ὁ πλοῦτος του: «οὐδέν ἔχει και πάντα ἔχει· πάντα ἔχει καί οὐδέν ἔχει»(28). Εἶναι ὁδοιπόρος στήν παροῦσα ζωή: «Οὐκ οἶσθα, ὅτι ἀποδημία ὁ παρών βίος; … Οὐκ εἶ πολίτης, ἀλλά ὁδίτης … Οὐκ ἔχει οὐδείς πόλιν. Ἡ πόλις ἄνω ἐστί. Τά παρόντα ὁδός ἐστι … πανδοχεῖόν ἐστιν ὁ παρών βίος»(29).

Σύμφωνα με τη χριστιανική παιδαγωγική, το παιδευτήριο, τό σχολεῖο δηλαδή τῶν πιστῶν, πρός ὁλοκλήρωση τῆς προσωπικότητας, εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Ἐντός αὐτῆς καί δι’ αὐτῆς τελεῖται ἡ χριστιανική ἀγωγή. Περιεχόμενο καί οὐσία τῆς ἀγωγῆς εἶναι ἡ «χριστιανική παιδεία», ἡ ὁποία δέν ἀποτελεῖ κάποια μορφή πολυμάθειας ἤ μιά διαδικασία τυπικῆς μετάδοσης γνώσεων, ἀλλά οὐσιαστική διαπαιδαγώγηση τοῦ ὅλου ἀνθρώπου καί «μετάληψιν ἁγιότητος»(30). Ἡ χριστιανική παιδεία εἶναι «φόβος» Θεοῦ: «Ἡ ὄντως σοφία καί ἡ ὄντως παίδευσις οὐδέν ἕτερόν ἐστιν, ἀλλ’ ἤ ὁ τοῦ Θεοῦ φόβος»(31).

Προβάλλοντας τό μεγαλεῖο τῆς χριστιανικῆς ἀγωγῆς, ὁ ἱερός Χρυσόστομος τονίζει ταυτόχρονα πώς μέ αὐτόν τόν τρόπο δέν ἐπιθυμεῖ νά ἐμποδίση τούς γονεῖς νά μαθαίνουν στά παιδιά τους ρητορική, γράμματα, ἄλλες ἐπιστῆμες ἤ τέχνες (τεχνική ἐκπαίδευση)(32), ἀλλά πώς ἐπιθυμεῖ νά τούς ὑποδείξη νά μήν περιορίζουν τό ἐνδιαφέρον τους μόνο στά γράμματα καί τίς γνώσεις πού προσφέρει ἡ θύραθεν παιδεία(33).

Κατά τόν ἱερό Χρυσόστομο, τό θεμέλιο στήν ἀγωγή τοῦ νέου ἀνθρώπου θέτουν οἱ πρῶτοι παιδαγωγοί στή ζωή του, οἱ φυσικοί του παιδαγωγοί, οἱ γονεῖς. Ἡ παιδαγωγική τους συντελεῖ στήν ὀργάνωση τοῦ πυρήνα τῆς προσωπικότητας στά πρῶτα κρίσιμα χρόνια τῆς ζωῆς του. Ἡ οἰκογενειακή παιδαγωγική ἀποτελεῖ θεμελιώδους σημασίας θέμα στή διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου. Ὁ ἱερός παιδαγωγός σέ πολλά σημεῖα τῶν λόγων του ἀναλύει τό θέμα αὐτό. Ὑπογραμμίζει δέ μέ ἰδιαίτερη ἔμφαση τή σπουδαιότητα τοῦ παιδευτικοῦ ρόλου τῶν γονέων, τοῦ πατέρα ἀλλά καί τῆς μητέρας, στό πλαίσιο τῆς ψυχοδυναμικῆς τοῦ οἰκογενειακοῦ συστήματος, ὅπως θά λέγαμε σήμερα. Ὁ Χρυσόστομος διδάσκει πώς στό ἔργο τῆς ἀνατροφῆς τῶν παιδιῶν θά πρέπει νά μετέχουν ἐξίσου καί νά συνεργάζωνται καί οἱ δύο γονεῖς. Πρόκειται γιά ἄποψη πού προβάλλει καί ἡ σύγχρονη ψυχοπαιδαγωγική τῆς οἰκογένειας (Psychopédagogie familial, Familien–Pädagogik). Παρατηρεῖ σχετικά: «Ὥστε ἀμφοτέρων ἡμῖν ἐπιμελητέον τῶν παιδίων, καί μάλιστα ταῖς γυναιξίν, ὅσῳ καί τά πλείονα οἴκοι κάθηνται»(34). Σέ ἄλλο σημεῖο ὁμιλεῖ γιά τή δυναμική τῆς ἐν Χριστῷ οἰκογένειας: «Ἔνθα ἀνήρ καί γυνή καί παιδία καί τοῖς τῆς ἀρετῆς συνδεδεμένοι δεσμοῖς, ἐκεῖ μέσος ὁ Χριστός»(35). Καί ἀλλοῦ προτρέπει«Ἐκκλησίαν ποίησόν σου τήν οἰκίαν»(36). Ἡ συλλειτουργία τῶν δύο γονέων, ὡς παιδαγωγῶν, στό οἰκογενειακό σύστημα ἔχει καί θεραπευτική καί ὑποστηρικτική διάσταση: «Πολλάκις γάρ ὅ μή κατώρθωσε λόγος, κατώρθωσε τράπεζα. Πολλάκις μυρίοι σύμβουλοι καί μίαν ἔχθραν οὐκ ἔλυσαν, καί μία τράπεζα πολέμους κατέλυσεν»(37). Ὡστόσο, οἱ ρόλοι τῶν γονέων στήν παιδευτική διαδικασία εἶναι διαφοροποιημένοι· στοιχοῦν στήν ἀνθρώπινη φύση: «Τῆς μέν γυναικός ἄρχει ὁ ἀνήρ, τῶν δέ παίδων ὁ ἀνήρ καί ἡ γυνή»(38).

Ἡ ὅλη ζωή τοῦ νέου ἀνθρώπου καί ἰδιαίτερα ἡ ἀγωγή του ἀπεικονίζεται ἀπό τόν Χρυσόστομο ὡς μία οἰκοδομή, πού θεμελιώνεται καί κτίζεται κατά τήν παιδική καί ἐφηβική ἡλικία. Οἱ ὑπεύθυνοι γιά τή θεμελίωση τῆς οἰκοδομῆς εἶναι οἱ γονεῖς. Ἐντούτοις, αὐτοί, κατά τόν μεγάλο παιδαγωγό, συνήθως καί λανθασμένη παιδαγωγική ἐφαρμόζουν, ἀλλά καί ὡς ἀρνητικά πρότυπα λειτουργοῦν: « … τῶν οἰκείων ἀμελοῦμεν παίδων, καί τῶν μέν σωμάτων αὐτῶν ἐπιμελούμεθα, τῆς δέ ψυχῆς αὐτῶν καταφρονοῦμεν»(39).

Στήν πραγματεία του «Περί κενοδοξίας καί ὅπως δεῖ ἀνατρέφειν τά τέκνα» ὁ Χρυσόστομος τονίζει τήν ἀνάγκη ἡ ἀγωγή νά ἀρχίζη ἐγκαίρως, ἀμέσως μετά τή γέννηση τοῦ παιδιοῦ (παρ. 16). Προτρέπει δέ τούς γονεῖς: «πολλήν τῶν οἰκείων παίδων ποιεῖσθαι πρόνοιαν»(40). Γιά νά τονίση δέ τή σπουδαιότητα τοῦ παιδευτικοῦ ρόλου τῶν γονέων, τούς χαρακτηρίζει ὡς «καλλιτέχνες» πού θά φιλοτεχνήσουν ἔργο μεγάλων αἰσθητικῶν ἀξιώσεων. Ἡ παιδαγωγική τους ὁμοιάζει μέ λεπτή καλλιτεχνική ἐργασία: «Καθώς ἀκριβῶς μέ μεγάλη δεξιοτεχνία ἐπεξεργάζονται οἱ μέν ζωγράφοι τίς εἰκόνες, οἱ δε γλύπτες τά ἀγάλματα, εἴθε κατά τόν ἴδιο τρόπο, κάθε πατέρας καί κάθε μητέρα γιά τά θαυμάσια αὐτά ἀγάλματα, πού εἶναι τά παιδιά τους, νά φροντίζουν ἐπιμελῶς»(41).

Ὁ Ἅγιος παρομοιάζει ἐπίσης τήν ψυχή τοῦ παιδιοῦ μέ νέοϊδρυμένη πόλη, τήν ὁποία εἶναι ὑπεύθυνος ὁ πατέρας νά διακυβερνᾶ μέ νόμους καί κανόνες. Ἡ ἀνατροφή τοῦ παιδιοῦ μοιάζει μέ τό κτίσιμο μιᾶς πολιτείας (σήμερον πόλιν κτίζομεν), πού, γιά νά προφυλαχθῆ, πρέπει νά ἔχη νόμους ἀλλά καί ἀσφαλῆ περιτειχίσματα καί πύλες. Σύμφωνα με τη διδασκαλία του, τό σῶμα τοῦ παιδιοῦ εἶναι τό τεῖχος τῆς πόλης, οἱ δέ πύλες ἀποτελοῦν τίς ἀνθρώπινες αἰσθήσεις: τήν ὅραση, τήν ἀκοή καί ὁμιλία, τήν ὄσφρηση καί τήν ἁφή. Μέσα ἀπό τίς πύλες αὐτές εἰσέρχονται ὀπτικά, ἀκουστικά, ὀσφρητικά καί ἁπτικά ἐρεθίσματα, πού διεγείρουν τό νέο καί προξενοῦν λογισμούς πού ἀνυψώνουν ἤ καταρρακώνουν τήν ψυχή του(42). Εἰσηγεῖται λοιπόν στούς γονεῖς ἕνα σύστημα ἀγωγῆς τῶν αἰσθήσεων, τό ὁποῖο εἶναι δυνατόν νά ἐφαρμόσουν ἀπό τά πρῶτα χρόνια τῆς ζωῆς τοῦ παιδιοῦ. Εἶναι μία συμβουλευτική πού χρησιμοποιεῖ κατάλληλες μεθόδους καί μέσα ἱκανά νά περιφρουρήσουν τήν ἁγνότητα τῶν αἰσθήσεων τοῦ νέου ἀνθρώπου (συμβουλευτική γονέων). Τή θεωρία αὐτή ἀναπτύσσει μέσω ὑποδειγματικῶν διδασκαλιῶν, βοηθούμενος ἀπό τή ρητορική του παιδεία καί δεινότητα. Ἡ συμβουλευτική αὐτή μέθοδος μᾶς φέρνει στή μνήμη συνειρμικά τό ἐγχειρίδιο Συβουλευτικῆς τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου: «Συμβουλευτικόν Ἐγχειρίδιον ἤτοι περί φυλακῆς τῶν πέντε αἰσθήσεων» (ἐκδ. υἱῶν Σ. Σχοινᾶ, 5η ἔκδ., ἐν Βόλῳ, 1983).

Ἡ οἰκογενειακή ἀγωγή θά πρέπει νά ἔχη καλή ἀρχή καί θεμέλιο κατάλληλο καί ἰσχυρό. Γιά τό λόγο αὐτό ἡ οἰκογένεια θά πρέπει νά πληροῖ, ὡς ὁμάδα καί ψυχοκοινωνικό σύστημα, ὁρισμένες προϋποθέσεις, βάσει τῶν ὁποίων μπορεῖ νά λειτουργῆ ἀποτελεσματικά.

Ὁ Χρυσόστομος, ὡς βαθύς ψυχολόγος, περιγράφει καί ἀναλύει τίς δομές καί τίς λειτουργίες τοῦ οἰκογενειακοῦ συστήματος. Σέ πολλά σημεῖα τῶν λόγων του ὁμιλεῖ γιά ὅ,τι σήμερα ὀνομάζουμε: λειτουργία τῶν γονεϊκῶν ρόλων καί προτύπων, παιδαγωγική τῆς οἰκογένειας, δυναμική τῶν διαπροσωπικῶν σχέσεων στήν οἰκογένεια κ.ἄ.(43). Στήν «ΚΑ΄ ὁμιλία εἰς τήν πρός Ἐφεσίους» ὁμιλεῖ ἐποπτικά γιά τά θέματα αὐτά. Παρατηρεῖ πώς αὐτός πού κατασκευάζει ἕναν ἀνδριάντα πρῶτα κατασκευάζει τήν κεφαλή, ἔπειτα τόν αὐχένα καί κατόπιν τά πόδια. Αὐτή τή σειρά ἀκολουθεῖ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, περιγράφοντας τό σῶμα τῆς οἰκογένειας. Μιλάει πρῶτα γιά τόν ἄνδρα, μετά γιά τή γυναίκα, πού εἶναι ἡ μετά τόν ἄνδρα ἀρχή τῆς οἰκογένειας, καί στή συνέχεια προχωρεῖ στήν τρίτη βαθμίδα, πού εἶναι τό παιδί (ρόλος ἐξάρτησης).

Ἡ ἐν Κυρίῳ ὑπακοή ἀποτελεῖ τή φιλοσοφική βάση τῆς οἰκογενειακῆς ἀγωγῆς: «Τά τέκνα νά ὑπακούετε στούς γονεῖς ἐν Κυρίῳ». Τό σεβασμό καί τήν τιμή τῶν τέκνων πρός τούς γονεῖς ἔθεσε ὡς μοναδικό θεμέλιο γιά τήν πρόοδό τους στήν ἀρετή. Οἱ γονεῖς μετά τό Θεό εἶναι οἱ χορηγοί τῆς ζωῆς.

Ἀλλά, καί ἀπό τήν ἄλλη μεριά, στό σύστημα τῆς παιδευτικῆς ἐπικοινωνίας οἱ πατέρες δέν θά πρέπει μέ τούς λόγους καί τήν παιδαγωγική τους νά παροργίζουν τά παιδιά, ἀλλά νά τά ἀνατρέφουν μέ παιδεία καί νουθεσία Κυρίου. Πολλοί γονεῖς πιέζουν τά παιδιά τους, συνειδητά ἤ ἀσυνείδητα, μέ τήν παιδαγωγική τους· τούς συμπεριφέρονται σάν νά ἦσαν ἀνδράποδα καί ὄχι ἐλεύθερα πρόσωπα. Ἐδῶ ὁ ἱερός Χρυσόστομος ὑπαινίσσεται τό σοβαρό θέμα τῆς ἀντιπαιδαγωγικότητας τῶν γονέων, τῆς αὐταρχικῆς ἀγωγῆς πού συνήθως ἐφαρμόζουν καί τῶν σχετικών μ’ αὐτήν ἀτυχῶν γονεϊκῶν ρόλων, ὅπως θά λέγαμε σήμερα.

Τό ζήτημα τῆς ὑπακοῆς καί τῆς πειθαρχίας τῶν παιδιῶν ἐξαρτᾶται ἐξ ὁλοκλήρου ἀπό τόν πατέρα καί τήν παιδαγωγική πού ἐφαρμόζει. Συγχρόνως ἡ ὑπακοή καί ὁ σεβασμός πρός τόν ἄνδρα–σύζυγο τῆς γυναίκας ἐξαρτᾶται ἀπό τή δύναμη τῆς ἀγάπης, μέ τήν ὁποία ἐπιβάλλεται σ’ αὐτήν ὁ ἄνδρας.

Ἀπευθυνόμενος ὁ Χρυσόστομος στίς γυναῖκες–μητέρες, τίς συμβουλεύει νά φροντίσουν νά μιμηθοῦν τά πρότυπα τῶν θαυμασίων γυναικῶν πού προβάλλονται στήν Ἁγία Γραφή. Πρόκειται γιά ἱερές φυσιογνωμίες μέ «φιλοσοφική» περί ζωῆς ἀντίληψη.

Ἀλλά καί τό παιδί, ἄν μάθη νά φιλοσοφῆ χριστιανικά, ἀπό τή μικρή του ἡλικία, θά ἀποκτήση πλοῦτο καί δόξα πολύ λαμπρή. Θά πρέπει νά διδαχθῆ τέχνη, μέ τήν ὁποία θά περιφρονῆ τά χρήματα. Γιατί πλούσιος δέν εἶναι ἐκεῖνος πού ἔχει ἀνάγκη πολλῶν χρημάτων, ἀλλ’ ἐκεῖνος πού δέν ἔχει καμία ἀνάγκη: «πλούσιος γάρ … ὁ μηδενός χρείαν ἔχων … αὐτάρκεια γάρ φύσεώς ἐστι πλοῦτος»(44).

Ἡ μεγάλη κληρονομιά πού ἀφήνουν οἱ γονεῖς στά παιδιά εἶναι ἡ εὐσέβεια«ἡ εὐσέβεια ἡ μένουσα καί μή δαπανωμένη». Ἀντί γι’αὐτήν ὅμως, οἱ γονεῖς κληροδοτοῦν συνήθως σ’ αὐτά τίς παραλείψεις καί τά λάθη τους. Ἔτσι, παρατηρεῖ ὁ ἅγιος παιδαγωγός, διαπιστώνουμε πώς τίς περισσότερες φορές ἡ κακία τῶν παιδιῶν μας προέρχεται ἀπό τά δικά μας λάθη καί τήν ἀμέλειά μας. Ἡ ἐπισήμανση αὐτή δέν διαφέρει ἀπό τή σύγχρονη συστημική ἀντίληψη, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ συμπεριφορά τῶν παιδιῶν πολλές φορές ἀποτελεῖ σύμπτωμα τῆς νοσηρῆς συμπεριφορᾶς τῶν γονέων.

Ὁ Χρυσόστομος δίνει ἰδιαίτερη βαρύτητα στήν παιδευτική λειτουργία τῆς οἰκογενειακῆς ἀτμόσφαιρας, ἡ ὁποία δημιουργεῖται ἀπό τίς ἐνδοοικογενειακές σχέσεις καί κυρίως ἀπό τή συμπεριφορά τῶν γονέων. Παρατηρεῖ σχετικά: «Ἐάν λοιπόν στό σπίτι σᾶς ἄκουγαν νά μιλᾶτε πάντοτε γιά πνευματικά θέματα καί νά δίνετε καλές συμβουλές, γρήγορα τά παιδιά σας θά παρουσίαζαν ἀπό τά ἀγαθά αὐτά σπέρματα ἐξαιρετικούς καρπούς»(45).

Σύμφωνα μέ τήν παιδαγωγική θεωρία τοῦ Χρυσοστόμου, τήν παιδευτική λειτουργία τῶν γονέων ὀργάνωσε ὁ Θεός κατά τέτοιο τρόπο, ὥστε νά κατευθύνεται ἀπό τή φύση καί τή στοργή τῶν γονέων. Ἔτσι, ὅταν τά παιδιά σφάλλουν, οἱ γονεῖς νά ἀντιδροῦν ἤπια καί νά τά συγχωροῦν. Τήν παιδαγωγική τῶν γονέων εἶναι δυνατόν νά κατανοήσουμε, μόνο ἄν ἀποκαλύψουμε τό μυστήριο τῆς πατρότητας καί τῆς μητρότητας. Κατά τή διδασκαλία τοῦ Χρυσοστόμου, ἕναν ἄνδρα δέν τόν κάνει πατέρα μόνο τό ὅτι συνετέλεσε στή γέννηση ἑνός παιδιοῦ, ἀλλά τό ὅτι τό διαπαιδαγωγεῖ σωστά. Ἐπίσης ἡ ἀρετή δημιουργεῖ ἕναν πατέρα καί ὄχι ἡ φυσική σχέση μέ τό παιδί. Ἀλλ’ οὔτε ἡ βιολογική κυοφορία κάνει μία γυναίκα μητέρα, ἀλλ’ ἡ καλή ἀνατροφή πού δίνει στό παιδί. «Οὐ γάρ τό σπεῖραι ποιεῖ πατέρα μόνον, ἀλλά τό παιδεῦσαι καλῶς· οὐδέ τό κυῆσαι μητέρα ἐργάζεται, ἀλλά τό θρέψαι καλῶς»(46)«Οὐ γάρ τό τεκεῖν μητρός (= γνώρισμα τῆς μητέρας δέν εἶναι ἡ γέννηση παιδιῶν), τοῦτο γάρ τῆς φύσεως, ἀλλά τό θρέψαι μητρός, τοῦτο γάρ τῆς προαιρέσεως … Οὐ τό τεκεῖν ποιεῖ μητέρα, ἀλλά τό θρέψαι καλῶς»(47).

Κατά τόν ἱερό Χρυσόστομο, τόν πρῶτο λόγο στό ἔργο τῆς ἀγωγῆς τῶν παιδιῶν ἔχει μέν ὁ πατέρας, ἀλλά τήν κυρία εὐθύνη πρέπει νά ἐπωμίζεται, ὡς ἐκ τῆς φύσεως καί τῆς ψυχολογίας της, ἡ μητέρα. Γι’ αυτό καί τήν συμβουλεύει νά ὀργανώνη πληρέστερα τήν προσωπικότητά της. Ἔτσι, ἀξιοποιῶντας τό διδακτικό λόγο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου (Α΄ Κορ. στ΄, 19) «τό σῶμα ὑμῶν ναός τοῦ ἐν ὑμῖν Ἁγίου Πνεύματός ἐστιν», λέγει στή μητέρα: «Σύ ναό κάνε τόν ἑαυτό σου βασιλικό»(48). Ἀφοῦ λοιπόν οἱ μητέρες, κατά τόν ἱερό Χρυσόστομο, κατανοήσουν τό μεγαλεῖο καί τήν ἱερότητα τῆς μητρικῆς λειτουργίας καί προετοιμάσουν γι’ αὐτό κατάλληλα τήν πρόσωπικότητά τους, θά μπορέσουν ἔπειτα νά ἀνταποκριθοῦν μέ ἐπιτυχία στό ἔργο τῆς συμβουλευτικῆς καθοδήγησης κυρίως τῶν θυγατέρων τους. «Οἱ μητέρες νά καθοδηγῆτε ἰδιαίτερα τίς θυγατέρες σας. Νά τίς παρακολουθῆτε ἀπό κοντά, ὥστε νά γίνουν νοινοκυρές. Περισσότερο ἀπό ὅλα νά τίς ἐκπειδεύετε νά εἶναι εὐλαβεῖς, σεμνές, ἀφιλάργυρες καί νά ἀποφεύγουν τούς καλλωπισμούς. Ἔτσι, νά τίς παραδίδετε στό γάμο. Ἄν τίς διαπλάσσετε μ’ αὐτό τόν τρόπο, δέν θά σώσετε μόνον αὐτές, ἀλλά καί τόν ἄνδρα μέ τόν ὁποῖο θά τίς νυμφεύσετε· ὄχι μόνον τόν ἄνδρα, ἀλλά καί τά παιδιά πού θά γεννηθοῦν, ἀκόμη καί τά ἐγγόνια. Γιατί, ὅταν ἡ ρίζα εἶναι καλή, τά κλαδιά θά ἁπλώσουν καλύτερα, καί γιά ὅλα αὐτά θά λάβετε τό μισθό σας. Γιατί ἔτσι πνευματικά καλλιεργημένη πρέπει νά βγῆ ἀπό τό σπίτι γιά νά ἔλθη σέ γάμο ἡ θυγατέρα σας …, κατέχοντας τήν ἐπιστήμη τῆς συζυγικῆς ζωῆς καί τῆς ἀνατροφῆς τῶν παιδιῶν μέ κάθε λεπτομέρεια, ὀφείλοντας νά μεταμορφώση ὅλα τά μέλη τῆς οἰκογένειας σύμφωνα μέ τή δική της ψυχική ὁμορφιά, ὅπως ἡ μαγιά μεταβάλλει τό ζυμάρι σέ ψωμί»(49).

Ἀναλύοντας τά νοήματα τοῦ κειμένου αὐτοῦ, θά εἶχε νά παρατηρήση κανείς τή σημασία πού ἀποδίδει ὁ μεγάλος ψυχοπαιδαγωγός στόν ὅρο «ἐπιστήμη» τῆς συζυγικῆς ζωῆς καί τῆς ἀνατροφῆς τῶν παιδιῶν. Μέ τήν ἔννοια αὐτή ὁροθετεῖ μιά περιοχή θεμελιωδῶν γνώσεων καί ἐμπειριῶν πού ἐπηρεάζουν βαθύτατα καί κατευθύνουν τίς λειτουργίες τοῦ πρώτου καί τοῦ δεύτερου κύκλου τῆς οἰκογενειακῆς ζωῆς.

Γιά νά ἐπιτευχθῆ ὅμως ὁ ἱερός σκοπός τῆς ἀγωγῆς τοῦ νέου ἀνθρώπου στήν οἰκογένεια, θά πρέπει αὐτή, ὡς σύστημα, νά λειτουργῆ μέ ἠρεμία καί γαλήνη. Τό σπίτι πρέπει νά εἶναι ἐκκλησία. Σε ἀντίθετη περίπτωση, ὅταν κυριαρχοῦν στό οἰκογενειακό περιβάλλον συγκρουσιακές σχέσεις, τά πάντα ἀποδιοργανώνονται καί τελικά διαλύονται. Ὁ Χρυσόστομος περιγράφει ἐποπτικά τήν κατάσταση αὐτή τῆς ἀποδιοργάνωσης, τῆς «ἐντροπίας» τοῦ συστήματος, ὅπως θά λέγαμε σήμερα : «Ὅταν γάρ ἐν οἰκίᾳ ἀνήρ καί γυνή διεστηκότες ὦσιν, οὐδέν νηός χειμαζομένης ἄμεινον ἡ οἰκία διακείσεται (= τό σπίτι δέ θά βρεθῆ καθόλου σέ καλύτερη κατάσταση ἀπό τό πλοῖο πού θαλασσοδέρνεται), τοῦ κυβερνήτου πρός τόν πρωρέα διαστασιάζοντος (= τή στιγμή πού ὁ κυβερνήτης διαπληκτίζεται μέ τόν πηδαλιοῦχο)(50).

Γιά νά ἀποφεύγωνται ὅμως παρόμοιες ἀρνητικές καταστάσεις στήν οἰκογενειακή ζωή, ὁ ἅγιος Ἰωάννης, ὡς ψυχολόγος μέ βαθιά γνώση τῆς «ἐπιστήμης» τῶν οἰκογενειακῶν σχέσεων, προβάλλει στό ἔργο του δείγματα μιᾶς πρωτοποριακῆς γιά τήν ἐποχή ἐκείνη «συμβουλευτικῆς» τῶν συζύγων. Ἐδῶ μπορεῖ κανείς νά θαυμάσει μία σύγχρονη ἐπιστημονικά θεμελιωμένη καί βαθιά ἀνθρώπινη συμβουλευτική. Σέ κάποια περίπτωση συμβουλεύει τό σύζυγο πῶς καί μέ ποιά λόγια τρυφερά πρέπει νά μιλάη στή σύζυγό του: «Λόγια ἀγάπης νά τῆς λές … Ἐγώ ἀπό ὅλα τή δική σου ἀγάπη προτιμῶ καί τίποτε δέν μοῦ εἶναι τόσο βασανιστικό ἤ δυσάρεστο, ὅσο τό νά βρεθῶ κάποτε σέ διάσταση μαζί σου … ὁ,τιδήποτε κι ἄν πάθω, ὅλα μοῦ εἶναι ἀνεκτά κι ὑποφερτά, ὅσο ἐσύ μοῦ εἶσαι καλά … Σῶμα δέν ἔχεις πιά δικό σου … Δέν εἴμαστε δυό σώματα μετά τό γάμο, ἀλλά γίναμε ἕνα· δέν ἔχουμε δυό περιουσίες, ἀλλά μία … Ὅλα δικά σου εἶναι, κι ἐγώ δικός σου εἶμαι, κορίτσι μου … Ποτέ νά μήν τῆς μιλᾶς μέ πεζό τρόπο, ἀλλά μέ φιλοφροσύνη, μέ τιμή, μέ ἀγάπη πολλή … Νά τήν προτιμᾶς ἀπό ὅλους γιά ὅλα, γιά τήν ὀμορφιά, γιά τή σωφροσύνη της, καί νά τήν ἐγκωμιάζης. Νά κάνης φανερό ὅτι σ’ ἀρέσει ἡ συντροφιά της κι ὅτι προτιμᾶς νά μένης στό σπίτι γιά νἆσαι μαζί της, ἀπό τό νά βγαίνης στήν ἀγορά. Ἀπό ὅλους τούς φίλους νά τήν προτιμᾶς, καί ἀπό τά παιδιά πού σοῦ χάρισε, κι αὐτά ἐξ αἰτίας της νά τά ἀγαπᾶς»(51).